Η ευρωπαϊκή εμπειρία και η ελληνική πραγματικότητα
Eυχαριστούμε πολύ τους Demotrust και προσωπικά τον κο Κυζάκη για την πρόσκληση αλλά περισσότερο για την πρωτοβουλία να ξεκινήσει και να τεθεί εδώ στην πόλη μας την Θεσσαλονίκη ένα πλαίσιο υγιούς διαλόγου από την πλευρά των υπερασπιστών της δημοκρατίας, πράγμα σπάνιο καθώς συνήθως οι φωνές που ακούγονται σήμερα προέρχονται συνήθως από την αντίπερα όχθη. Οι ιστορικές καταβολές της Θεσσαλονίκης, αν και πολιτικά η ίδια σε αποδρομή λόγω της αθηναϊκής κυριαρχίας, τεκμηριώνουν και επιτείνουν την ανάγκη να εκκινήσουν πολιτικές πρωτοβουλίες με υπερτοπικό χαρακτήρα και πέρα από τα στενά όρια της. Καλή επιτυχία λοιπόν στο ομολογουμένως εξαιρετικά ενδιαφέρον εγχείρημα σας.
Θα ξεκινήσουμε από τις ρίζες του κράτους δικαίου ώστε να φτάσουμε στο σήμερα και να δούμε τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η έννοια του κράτους δικαίου δεν νοηματοδοτεί απλά μία δίκαιη πολιτεία. Αφετηρία αποτέλεσε η ανάγκη αμφισβήτησης της μοναρχικής απόλυτης εξουσίας, του αστυνομικού κράτους, της αυταρχικής Πολιτείας και η επιθυμία υπαγωγής στην αρχής της υπεροχής του νόμου -άρα και την υπεροχή της Βουλής- με σκοπό τον αποκλεισμό κάθε αυθαίρετης εξουσίας, την υπαγωγή όλων -χωρίς εξαιρέσεις και προνόμια- στο νόμο και στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων και την πλήρη επιρροή των ατομικών δικαιωμάτων στην ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων, την προσαρμογή δηλαδή των κρατικών λειτουργιών στον αξιολογικό κώδικα που θέτουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στην πορεία και με την εξέλιξη των πραγμάτων σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε φιλελεύθερο συνταγματικό κράτος, το κράτος δικαίου αποτελεί βασική συνιστώσα και συστατικό στοιχείο του μαζί -και από κοινού- με τις δημοκρατικές εγγυήσεις, την δημοκρατική αρχή, την αντιπροσωπευτική αρχή, την κοινοβουλευτική αρχή.
Στα καθ’ ημάς το συνταγματικό κράτος κατοχυρώνεται από το 2001 και στο κείμενο του Συντάγματος με το άρθρο 25 παρ. 1 ως συνταγματικός κανόνας άμεσης εφαρμογής που δεν επιδέχεται προσκόμματα και καθυστερήσεις αλλά απαιτεί την άμεση εφαρμογή του από όλα τα κρατικά όργανα. Ρυθμίζεται λοιπόν η σχέση μεταξύ κράτους, δικαίου και πολιτών κατά την οποία η κρατική εξουσία περιορίζεται στη δράση της από κανόνες δικαίου με σκοπό την προστασία του ατόμου. Οι έννοιες που κρατάμε λοιπόν είναι ο έλεγχος και ο περιορισμός της κρατικής δράσης ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα αυθαιρεσιών, παραβίασης δικαιώματων, υπερχρήσης εξουσιών. Σχετικές ρυθμίσεις κατοχύρωσης του κράτους δίκαιου βρίσκει κανείς και στο ενωσιακό πρωτογενές δίκαιο.
Τι περιλαμβάνει λοιπόν αυτός ο ορισμός, τι είναι με άλλο λόγια αυτό το κράτος δικαίου;
Περιλαμβάνει τις αρχές της νομιμότητας, που υποδηλώνει διαφανή, υποκείμενη σε λογοδοσία, δημοκρατική και πλουραλιστική νομοθετική διαδικασία, ασφάλεια δικαίου, απαγόρευση της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών, αποτελεσματική δικαστική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, από ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστήρια, διάκριση των εξουσιών, απαγόρευση των διακρίσεων και ισότητα ενώπιον του νόμου.
Μια ομαδοποίηση των διακριτικών στοιχείων του κράτους δικαίου περιλαμβάνει τα ακόλουθα: Όλες οι εξουσίες ασκούνται αποκλειστικά όπως ορίζει το Σύνταγμα, η απονομή της δικαιοσύνης υπάγεται αποκλειστικά στο Σύνταγμα και τον νόμο, τα δικαιώματα του ανθρώπου και η απόλαυση αυτών τελούν υπό την εγγύηση του κράτους για το οποίο θεσπίζεται η υποχρέωση να μεριμνά και διασφαλίζει εκ μέρους των κρατικών οργάνων την ανεμπόδιστη άσκησή τους, την εγγύηση των διαδικαστικών δικαιωμάτων της παροχής δικαστικής προστασίας και της προηγούμενης ακρόασης του διοικούμενου, η νομιμότητα της διοικητικής δράσης, ακύρωση πράξεων της διοίκησης για παράβαση του νόμου, η υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης με τις αποφάσεις των δικαστηρίων, η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του δικαστή, η μονιμότητα και άλλες θεσμικές εγγυήσεις των δημοσίων υπαλλήλων, αρχή της διαφάνειας σε όλες τις λειτουργίες και δράσεις των κρατικών οργάνων αλλά και σε όλες τις λειτουργίες της οικονομίας και της κοινωνίας που αφορούν και συνλειτουργούν με το κράτος και μπορούν να ασκήσουν πολιτική επιρροή, όπως η λειτουργία των ανεξαρτήτων αρχών, το πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ, η θεσμική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και προσώπων, ο τρόπος και οι διαδικασίες της νομοθεσίας της Βουλής κ.α.
Δεν αμφισβητείται ότι παρά την κατοχύρωση του, η εμπέδωση του κράτους δικαίου αποτελεί πρόκληση για όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό που επίσης δεν αμφισβητείται ότι τα τελευταία χρόνια οι επιθέσεις εναντίον του κράτους δικαίου έχουν αυξηθεί σημαντικά και παρά τα μεγάλα και σημαντικά βήματα προόδου σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρείται σήμερα μία γενική οπισθοχώρηση και πλήθος παραβιάσεων του κράτους δικαίου στα ευρωπαϊκά κράτη εν γένει, με διαφορετικά βάθος και συχνότητα ασφαλώς ανά κράτος.
Η ΕΕ μεριμνά ιδιαίτερα για το κράτος δικαίου σε κάθε κράτος μέλος, οι σχετικές δε εκθέσεις ανά έτος λαμβάνουν ιδιαίτερη δημοσιότητα και χρήζουν ουσιαστικής ανάλυσης των δεδομένων τους ενώ και το Ευρωκοινοβούλιο συχνά με ψηφίσματα του παρεμβαίνει και αναδεικνύει ελλείψεις και προβλήματα εφαρμογής των αρχών του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη. Υφίστανται δε και λειτουργούν δικλείδες ασφαλείας οι οποίες συχνά εξαρτούν την παροχή χρηματοδοτήσεων με την τήρηση αρχών του κράτους δικαίου.
Από την παραπάνω ανάλυση και εφόσον συγκρίνει κανείς τις σχετικές εκθέσεις (για την οικονομία του χρόνου δεν μπούμε σε λεπτομέρειες) καταλήγει εύκολο στο συμπέρασμα ότι οι διαφορετικές ταχύτητες, όπως σχεδόν σε κάθε πτυχή των ιδιοτήτων κάθε κράτους μέλους, ισχύει και στην περίπτωση του κράτους δικαίου.
Οι πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, ξεκινώντας από την κρίση χρέους του 2009, την μεταναστευτική προσφυγική κρίση, την πανδημική κρίση και τις πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις δημιούργησαν πολλαπλές προκλήσεις για το κράτος δίκαιου και έθεσαν σε αρκετές εξ αυτών τις βάσεις αμφισβήτησής του.
Οι παρεμβάσεις που ακούστηκαν χθες, σήμερα και όσες θα ακολουθήσουν αμέσως μετά για την Δικαιοσύνη, την ελευθερία του τύπου, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με επίκεντρο την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών αλλά και την οικονομία με την ολιγοπωλιακή λειτουργία της αγοράς μαρτυρούν την εξόχως προβληματική κατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα μας.
Οι δείκτες εμπιστοσύνης στο δικαιοδοτικό σύστημα της χώρας υποχωρούν διαρκώς. Σε μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας επικρατεί μέρα με τη μέρα η πεποίθηση ότι δεν λειτουργεί η δικαιοσύνη στη χώρα, ο απλός πολίτης δεν μπορεί να βρει το δίκιο του στα δικαστήρια, ο ισχυρός με τα οικονομικά μέσα και την πολιτική ισχύ θα επικρατήσει ενώ και διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής δικαιοσύνης όπως οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή και την έκδοση αποφάσεων, γραφειοκρατία και εσχάτως η παρεμβατική δράση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της δικαστικής επιτείνουν το αίσθημα της αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια ενίσχυσαν την πεποίθηση αυτή, όπως οι υποθέσεις των υποκλοπών, -συνεχίζεται αυτές τις μέρες για 4 μόνο κατηγορούμενους με το αδίκημα του πλημμελήματος ενώ μόνο 3 από τα δεκάδες θύματα των υποκλοπών προσήλθαν για κατάθεση-, στην πορεία άλλαξαν οι δικαστές που χειρίζονταν την υπόθεση, ετέθη στο αρχείο το κομμάτι που αφορούσε ενέργειες κρατικών οργάνων, η αρμόδια εισαγγελέας που ενέκρινε σωρηδόν την άρση του απόρρητου αθωώθηκε από τον εσωτερικό έλεγχο, δεν δόθηκε καμία εξήγηση για τους κοινούς στόχους ΕΥΠ και predator, ο άνθρωπος που είχε υπό την ευθύνη την ΕΥΠ εντός της Κυβέρνησης και τελεί σε στενή συγγενική σχέση με κατηγορούμενο της υπόθεσης δεν υπέστη κανέναν έλεγχο, κρίσιμες μάρτυρες ξεχάστηκαν να κληθούν ενώ η σχετική απόφαση του ΣτΕ που δικαιώνει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και υποχρεώνει την διοίκηση, την κυβέρνηση δηλαδή να εφαρμόσει την απόφαση και να ενημερώσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τους λόγους της παρακολούθησης του. Η υπόθεση της τραγωδίας των Τεμπών με την αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος αλλά και οι καθυστερήσεις και οι ελλείψεις στην προανακριτική διαδικασία σύμφωνα με τις καταγγελίες των γονέων των θυμάτων σε ό, τι αφορά την καταγραφή των συνομιλιών και του υλικού από τις κάμερες θέτει εν αμφιβόλω την ορθή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η δίκη των Σπαρτιατών με το εξωφρενικό αποτέλεσμα να μείνει αναιτιολόγητα η Βουλή με 297 βουλευτές, η άρνηση ελέγχου της νομιμότητα της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για τις αλλαγές στη σύνθεση των ανεξαρτήτων αρχών από μία σε κάθε περίπτωση όχι πλήρη πλειοψηφία, η «αποχή» των δικαστικών αρχών από την υπόθεση του ναυαγίου της Πύλου αλλά και άλλων περιπτώσεων παράνομων επαναπροωθήσεων θέτει ζητήματα σοβαρά ζητήματα κράτους δικαίου, τα οποία σε άλλες έννομες τάξεις εντός της ΕΕ θα είχαν ξεσηκώσει πλήθος αντιδράσεων αν δεν θεωρούνταν αδιανόητο να έχουν επισυμβεί. Μπορεί να σκεφτεί κανείς στη Γερμανία με το κραταίο δικαστικό της σύστημα και την επαγρύπνουσα νομική κοινότητα να υπάρχουν παραλείψεις αναγκαίων δικαστικών ενεργειών σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος; Να μην εφαρμόζονται δικαστικές αποφάσεις τέτοιου μεγέθους όπως οι υποκλοπές, και να μην κινητοποιείται η ηγεσία της δικαιοσύνης;
Στα ΜΜΕ η κατάσταση βαίνει όλο και χειρότερη. Ναι μεν υπάρχει σχετική ελευθερία του Τύπου και πλουραλισμός αλλά παρατηρείται όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ από οικονομικούς παράγοντες με ευρεία απήχηση και διασυνδέσεις, όλο και πιο συχνά τα μέσα, ειδικότερα τα μικρότερης ισχύος με οικονομική αδυναμία δέχονται κρατικές ενισχύσεις επιρροής είτε μέσω διαφημίσεων κρατικά χρηματοδοτούμενων εταιρειών είτε μέσω απευθείας ενισχύσεων ενώ οι μη συμμορφούμενοι εξαιρούνται αναιτιολόγητα από αυτές. Την ίδια στιγμή οι επιθέσεις κατά δημοσιογράφων αυξάνονται διαρκών υποκινούμενες από κυβερνητικούς παράγοντες. Η πληροφόρηση και η δημιουργία ατζέντας σήμερα στην Ελλάδα επιδιώκεται σθεναρά να είναι προϊόν κατεύθυνσης και όχι ελευθερίας επιλογής των συντακτών. Παράδειγμα: Ομάδα ιδιωτών παρέχει μονόπλευρη πληροφόρηση υπέρ της κυβέρνησης διαβάλλοντας την αντιπολίτευση χωρίς καμία διαφάνεια των οικονομικών της και ενώ διοργανώνει εκδηλώσεις παρουσία Υπουργών και βουλευτών της κυβέρνησης σε χώρο αθλητικής ομάδας της οποίας ο χορηγός είναι ένας από τους «εθνικούς κατασκευαστές» και ιδιοκτήτης μέσων ενημέρωσης. Θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς να συμβαίνει αυτό σε χώρα της προηγμένης Ευρώπης; Τα παραδείγματα ανατολικών χωρών ή της Βαλκανικής χερσονήσου, στα οποία πράγματι μπορεί κανείς να συναντήσει κανείς παρόμοια κατάσταση ελέγχου και εξάρτησης των ΜΜΕ δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την χώρα μας η οποία θέλει να ανήκει στον πυρήνα και όχι στο περιθώριο της ΕΕ.
Στον τομέα της οικονομίας η καρτελοποίηση της αγοράς και οι ολιγοπολιακές πρακτικές κυριαρχούν με άμεσες οικονομικές συνέπειες στην οικονομική καθημερινότητα της πλειοψηφίας των πολιτών. Τράπεζες, fund, σούπερμαρκετ, ενέργεια, υπηρεσίες υγείας, εταιρείες πετρελαιοειδών λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα αποκομίζοντας τεράστια κέρδη. Η επιτροπή ανταγωνισμού αδύναμη και χωρίς ικανότητα παρεμβάσεων, πελατειακά δίκτυα ανάμεσα στους μεγάλους παίκτες της αγοράς και την εξουσία εξαγοράζουν ουσιαστικά πιθανούς ελέγχους και πολιτικές εξισορρόπησης των τιμών προς όφελος των καταναλωτών, τα όποια πρόστιμα έρχονται με καθυστέρηση και είναι χάδι μπροστά στα οφέλη. Απουσία ελεγκτικών μηχανισμών, κενό λογοδοσίας, Καμία κοινωνική πρόνοια, κανένα ενδιαφέρον για την κοινωνική συνοχή η οποία με τέτοιες πολιτικές συγκεντρώνει φορτία θυμού και αγανάκτησης, στοιχεία επικίνδυνα σε μία δημοκρατική κοινωνία. Εκ των υστέρων τα ολιγοπώλια επιδίδονται σε χορηγίες και δωρεές κοινωνικού χαρακτήρα σε τομείς που το κράτος, πχ Υγεία, θα έπρεπε να είχε μεριμνήσει, επιδιώκοντας την κοινωνική ύπνωση. Η χρήση του τεράστιου οικονομικά ταμείου ανάκαμψης με απολύτως αδιαφανείς διαδικασίες και πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα συγκέντρωση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παράκαμψης των αρχών του κράτους δικαίου προς όφελος μειοψηφιών και μακριά από τα συμφέροντα του πολίτη. Μία οικονομική αγορά, που σε σύγκριση με τις αγορές άλλων ευρωπαϊκών κρατών λειτουργεί παρασιτικά, εις βάρος της πλειοψηφίας.
Στον τομέα των δικαιωμάτων, οι υποθέσεις αστυνομικής αυθαιρεσίας, παρά τις προσπάθειες συνεχίζουν να αποτελούν πραγματικότητα, η χρήση των προσωπικών δεδομένων όπως έχουν δείξει πρόσφατα παραδείγματα (ευρωεκλογές) τελούν υπό διακινδύνευση, οι παράνομες παρακολουθήσεις έθεσαν στο επίκεντρο την ανάγκη αλλαγής του πλαισίου προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών και την αδυναμία του απλού πολίτη να νιώσει ασφαλής όταν υποκλέπτονται οι συνομιλίες του αρχηγού ΓΕΕΘΑ. Οι ανακοινώσεις και η επαγρύπνηση της κοινωνίας των πολιτών δεν αρκούν χωρίς την πολιτική βούληση και τη δικαστική προστασία. Η πρόσφατη νομοθέτηση περιορισμού του δικαιώματος της συνάθροισης και η σχετική καταδικαστική απόφαση δικαστηρίου πολιτών που διαδήλωσαν μπροστά στο μνημείο του αγνώστου στρατιώτη προμηνύει ακόμη χειρότερες μέρες για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στη χώρα μας. Ναι μεν το Στρασβούργου μπορεί να αποτελεί καταφύγιο, αλλά δεν μπορεί να επιτραπεί η χώρα να κυλήσει στα επίπεδα της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.
Ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης με τον τελικό λόγο να ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο, το άρθρο 86 του Συντάγματος και ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών, οι απευθείας αναθέσεις, η κακή νομοθέτηση, οι άσχετες τροπολογίες, η παράκαμψη κοινωνικών φορέων, οι συχνές αλλαγές της νομοθεσίας, τα σκάνδαλα διαφθοράς και διασπάθισης δημοσίου χρήματος (ΟΠΕΚΕΠΕ, ΕΛΤΑ) αποτελούν πληγές που απομακρύνουν το στόχο για την προστασία του κράτος δικαίου στη χώρα μας.
Κοινωνία, φορείς, συλλογικότητες οφείλουμε όλοι να επαγρυπνούμε για το επίπεδο του κράτους δικαίου στη χώρα μας και τις επιθέσεις υπονόμευσης που δέχεται. Δημοκρατία και κράτους δικαίου βαδίζουν χέρι χερί. Χωρίς εκπτώσεις και εφησυχασμούς.
Oμιλία στο πλαίσιο της εκδήλωσης των DemoTrust, Θεσσαλονίκη 21.11.2025